ΝΙΚΟΣ ΡΑΦΙΔΙΑΣ
ΟΙ ΚΟΥΚΚΙΔΕΣ ΠΟΥ
ΕΧΟΥΜΕ ΕΝΩΣΕΙ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η πρώτη φορά που μου εισηγήθηκαν να γράψω κάτι ήταν την περίοδο 1999-2000
και τα όσα μεσολάβησαν μεταξύ της ανόδου και της πτώσης του Χρηματιστηρίου
Αξιών Κύπρου.
Σε εκείνη την ηλικία, ήμουν στα 24 με 25, τα δεδομένα παράλληλα δεν ήταν
αρκετά για να είμαι σε θέση να ετοιμάσω οτιδήποτε που να μπορεί να σταθεί σε
επαγγελματικό επίπεδο. Η ιδέα της καταγραφής εκείνων των γεγονότων που οδήγησαν
τόσο κόσμο στην πρώτη εκείνη φτωχοποίηση έμεινε χαραγμένη στο μυαλό μου.
Η συγκεκριμένη περίοδος οδήγησε
στην κρίση του 2013 μέσω κάποιων σταθμών που παρατήρησα προσεκτικά. Σε κάθε
επόμενο σταθμό χάνονταν χρήματα, εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια λίρες και έπειτα
ευρώ. Στην ίδια ακριβώς περίοδο, σε κάθε κρίση στην Αγγλία, τη Γαλλία αλλά και
τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής χάνονταν λίρες, φράγκα και δολάρια. Τα δύο
ερωτήματα που είχα τότε ήταν κατα πρώτον πώς βγαίνει στην επιφάνεια η κάθε
κρίση και κατα δεύτερον, ποιος πληρώνει το λογαριασμό. Στη συνέχεια βέβαια ήρθε
και ένα τρίτο ερώτημα, πιό πολύπλοκο, με ποιό τρόπο καλύπτεται η χασούρα. Το
τρίτο αυτό ερώτημα ήταν και το πιό σύνθετο καθώς η κάθε χασούρα, σε κάθε χώρα
και σε κάθε περίπτωση καλυπτόταν με διαφορετικό τρόπο.
Εκείνη την περίοδο, ήμουν στην
ηλικία των 24 προς τα 25, η πρόσβαση σε αξιόπιστες πηγές ήταν εξαιρετικά
περιορισμένη αλλά η συγκεκριμένη χρονική περίοδος παραμένει ζωντανά στη μνήμη
μου, παρότι έχουν περάσει περίπου 26 χρόνια από τότε. Η βιβλιογραφία εκείνης
της περιόδου ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα αλλά όχι αρκετή για ένα βιβλίο που να
απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Παράλληλα, η εμπειρία μου σχετικά με τις
οικονομικές κρίσεις ήταν επίσης περιορισμένη. Είχα ξεκινήσει να παρακολουθώ το
ΧΑΚ το 1989, πολύ πριν ξεκινήσει η επίσημη λειτουργία του. Αυτό μου επέτρεψε
μέχρι το 1999 να έχω μια δεκαετία παρατηρήσεων σχετικά με το ποιές εταιρίες
πάνε καλύτερα από κάποιες άλλες και ταυτόχρονα ποιές αποτυγχάνουν και κάτω από
ποιές προϋποθέσεις.
Η ιδέα της καταγραφής των
γεγονότων εκείνων και η επεξήγηση των συνεπειών εκείνης της περιόδου παρέμεινε
μόνο σαν μια αρκετά ενδιαφέρουσα ιδέα αλλά συνέχισε να εξελίσσεται στο μυαλό
μου καθώς το μοτίβο συνέχισε να λεηλατεί την περιουσία του μέσου Κύπριου
πολίτη, μέσα από διαφορετικές οικονομικές πολιτικές και συγκυρίες.
Προχωρώντας προς το 2004 και τους
Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, συνέχισα να παρατηρώ την οικονομική πρόοδο της
Αθήνας που φυσικά με τη λήξη των Αγώνων μετατράπηκε σε βραδυφλεγή βόμβα. Η
οικονομική κατάρρευση της Ελλάδας είχε να κάνει με κάνει με πολλά και
διαφορετικά αίτια.
Η Ελλάδα ήταν ενα διεφθαρμένο
κράτος που μόλις είχε καταφέρει να εξοφλήσει τα πρώτα δάνεια του Αγώνα για την
Ανεξαρτησία (1821).
Ήταν ένα σύστημα που διαχρονικά
βόλευε τους “ημέτερους” και ουδέποτε τους πραγματικά άξιους.
Βασιζόταν και ακόμα βασίζεται σε
ένα οικονομικό μοντέλο που στηριζόταν και στηρίζεται σε ένα συνεχή και
παράλληλα αυξανόμενο δανεισμό που δεν μπορούσε να αποπληρώσει ποτέ.
Βρίσκεται στην περιοχή της
Βαλκανικής χερσονήσου όπου η κυρίαρχη οικονομική δύναμη είναι η Τουρκία που
έχει ένα εθνικό νόμισμα που το διατηρεί σε μια συνεχή υποτίμηση, επομένως οι
γειτονικές χώρες πρέπει αναγκαστικά να ακολουθούν μιά παράλληλη οικονομική
πολιτική, εάν θέλουν να είναι ανταγωνιστικές.
Η περίοδος των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και η μετέπειτα κατάρρευση της
Ελληνικής οικονομίας ήταν η δεύτερη φορά που οι διάφοροι φίλοι και συνεργάτες
μου είπαν ότι θα έπρεπε να γράψω κάτι. Ήταν όντως μια πολύ καλή περίοδος καθώς
οι πολιτικές και οικονομικές πηγές ήταν αρκετές. Στη συγκεκριμένη χρονική
περίοδο έβαλα τις βάσεις για ένα ημερολόγιο / ιστολόγιο στα Ελληνικά, ώστε σε
μελλοντικό χρόνο να μπορέσω να μεταφέρω εκείνα τα γεγονότα σε ένα βιβλίο.
Όλες αυτές οι παρατηρήσεις, ήταν
στην αρχή μικρές κουκκίδες, ενός φοιτητή της Πολιτικής Επιστήμης που ξεκινούσε
το 1995 ένα ταξίδι στη γνώση. Αυτή η συνεχής έρευνα θα μπορούσε τελικά να
παραλληλιστεί με την Οδύσσεια. Ένας νέος Οδυσσέας, σπαταλά περίπου δώδεκα
χρόνια στις βιβλιοθήκες της Αθήνας για να συνειδητοποιήσει ότι η Ιθάκη του (στη
συγκεκριμένη περίπτωση, το Πτυχίο της Πολιτικής Επιστήμης) σε κάνει να
αντιληφθείς ότι τίποτα δεν έχει τελειώσει.
Η τακτική μελέτη στη μικρή
βιβλιοθήκη του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών οδήγησε σε
μια μεγαλύτερη έρευνα, στη βιβλιοθήκη του Παντείου Πανεπιστημίου και πιό μετά
σε μια πολύ ευρύτερη έρευνα, στη βιβλιοθήκη του Οικονομικού Πανεπιστημίου, στην
Πατησίων.
Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή
τίποτα απολύτως δεν καταδεικνύει ότι σε μερικά χρόνια θα παρατηρήσω και θα
μελετήσω δύο εθνικές χρεοκοπίες, καμία οργιάζουσα φαντασία δεν μπορεί να κάνει
την υπόθεση ότι θα καταγράψω μερικά χρόνια μετά, με πάσα λεπτομέρεια, τους
μηχανισμούς ξεπλύματος των Ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, κανένα λογικό μυαλό δεν
μπορεί να φανταστεί ότι η Δικαιοσύνη, όπως την έχουμε στο μυαλό μας δεν
λειτουργεί στην πραγματικότητα, ούτε στην Ελλάδα, ούτε στην Κύπρο, ούτε στην
Αγγλία αλλά ούτε και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Οι κουκκίδες αυτές, στη
συγκεκριμένη χρονική περίοδο έφερναν στην επιφάνεια κάποια ανησυχητικά στοιχεία
και κάποια ερωτήματα που παρέμεναν αναπάντητα από τους καθηγητές μου.
Ενώ στην περίοδο του 1995-1999
στα πρώτα χρόνια των σπουδών μου υπήρχε ο ρομαντισμός του σχεδιασμού μιας νέας
Ουτοπίας, υπό τον εύσχημο τίτλο “Ευρωπαϊκή Ένωση” , τα συγγράμματα που
ανακάλυπτα στα τελευταία χρόνια της παραμονής μου στην Αθήνα έδειχναν τη δημιουργία
ενός νέου εφιάλτη με απρόβλεπτες συνέπειες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν μια πολύ
ωραία ιδέα, αλλά είχε κενά που κανένας δεν μπορούσε να μου εξηγήσει, σε όλη
εκείνη τη διάρκεια των σπουδών μου αλλά και της παράλληλης εργοδότησης μου στην
Αθήνα.
Ποιός θα πληρώσει την Ενοποίηση;
Από ποιό λαό θα στερήσεις αυτά τα
κονδύλια ;
Τί θα γίνει όταν αυτός ο λαός ή
αυτοί οι λαοί συνειδητοποιήσουν ότι πληρώνουν για κάτι που δεν μπορεί να
υλοποιηθεί ;
Πώς η Ελλάδα, θα μπορέσει κάποια
στιγμή να φτάσει την ποιότητα ζωής της Γαλλίας ή της Δανίας, όταν υπάρχει δίπλα
της η Τουρκία που μπορεί να παράγει τα ίδια σχεδόν προϊόντα, σε συνεχώς
υποτιμούμενες τιμές ;
Η περίοδος αυτή
επαναλαμβανόταν, με τραγική ειρωνία, ακριβώς έναν αιώνα μετά από τη σιωπηλη
διάλυση της τότε Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην τότε αντίστοιχη περίοδο
είχαν δημιουργηθεί η Λατινική Νομισματική Ένωση (1865-1927) αλλά και η
Σκανδιναβική Νομισματική Ένωση (1873-1914).
Για όσους θέλετε να μπείτε
βαθύτερα στις δύο χρονικές περιόδους, θα πρότεινα να δείτε τα σχετικά λήμματα
στη WIKIPEDIA. Στη
φετινή χρονιά (2026) έχει ανέβει αρκετό υλικό που επεξηγεί το σκεπτικό της
δημιουργίας μιας νομισματικής ένωσης αλλά παράλληλα επεξηγεί και την αδυναμία
παραμονής σε μια ένωση για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Πιό ενδιαφέρον όμως ήταν και
παραμένει το γεγονός ότι η Ελλάδα, την περίοδο 1908 με 1910 είχε αποβληθεί από
την τότε Ένωση, λόγω ακριβώς αυτών των ανισορροπιών που επαναλαμβάνονται στις
μέρες μας και όπως ήδη παρατήρησα, με παρόμοιες πολιτικές απομόνωσης και
τιμωρίας.
Τα ευρήματα αυτά άρχισαν να
γίνονται ολοένα και πιό γνωστά από το 2005 και μετά. Όλοι όσοι παρακολουθούσαν
τα της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και είχαν αντίληψη των συγκεκριμένων μοντέλων
ενοποίησης και διάλυσης που όπως είδαμε πιό πάνω έχουν προηγηθεί, είχαν αρχίσει
να έχουν έντονες συζητήσεις, επομένως άρχισα να παρακολουθώ στενά όλες τις
σχετικές συζητήσεις σχετικά με το τί ακολουθεί.
Η περίοδος 2005-2008 ήταν
εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Βλέπαμε την εξαφάνιση του χρήματος από την Ελληνική
αγορά και τη συνεχή αύξηση στις τιμές που είχε φτάσει κάποια στιγμή στα επίπεδα
των μοντέλων Πόνζι. Οι μισθοί ήταν καθηλωμένοι αλλά οι τιμές ανέβαιναν και αυτό
προϊδέαζε για επερχόμενη οικονομική κατάρρευση.
Η Ελλάδα μπορούσε ακόμη να
παράγει αλλά δεν ήταν ανταγωνιστική. Ιδιαίτερα η Τουρκία, αλλά και η Βουλγαρία
και η Αίγυπτος είχαν συνεχώς χαμηλότερο κόστος και φυσικά πλεονέκτημα στις
εξαγωγές τους αλλά και στην προσέλκυση τουριστών.
Στα τελευταία χρόνια των σπουδών
μου είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα και έντονη συζήτηση αλλά και μιά πολύ
ενδιαφέρουσα διάλεξη από το Βρετανό Πρέσβη, στην Αθήνα.
Ένας καθηγητής μου είχε
υποστηρίξει ότι ήταν τεράστιο λάθος της Αθήνας η ανάληψη της Ολυμπιάδας του
2004. Η προσωπική μου άποψη ήταν, εννοείται, αντίθετη. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες
έφερναν τεράστιες ευκαιρίες διαφήμισης της Αθήνας, ως τουριστικού προορισμού. Η
αλήθεια, όταν μελετήσουμε τα δεδομένα, είναι τελικά κάπου στη μέση. Οι
Ολυμπιακοί Αγώνες, βάσει πιό ολοκληρωμένων ερευνών που έχω σήμερα στα χέρια
μου, υπήρξαν ευκαιρία για κάποιες διοργανώτριες πόλεις (ιδιαίτερα για την πόλη
του Λος Άντζελες, το 1984 και για το
Λονδίνο του 2012) αλλά και καταστροφή για κάποιες άλλες (Μοντρεάλ, 1976 - Αθήνα
2004, Ρίο Ντε Τζανέιρο, 2016). Η μελέτη των Ολυμπιακών πόλεων με έκανε να
καταλάβω ότι η επιτυχία και η αποτυχία είναι σε πολλές περιπτώσεις θέμα των
διαφόρων ομάδων υλοποίησης του κάθε έργου.
Η διάλεξη του Άγγλου Πρέσβη,
ανέλυε τη σταθερότητα του Βρετανικού μοντέλου διακυβέρνησης και
επιχειρηματικότητας, σε σχέση με το Ελληνικό.
Ο Πρέσβης, σε καμία περίπτωση,
δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι το Βρετανικό μοντέλο θα αντέγραφε το Ελληνικό,
δύο δεκαετίες μετά..
Για να γίνει πιό κατανοητό το
πολύπλοκο της στρατηγικής, της υλοποίησης και τοων αποτελεσμάτων, σε επίπεδο
Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχουν χώρες που έχουν ωφεληθεί πολύ ή αρκετά και
παράλληλα χώρες που έχουν χάσει, λίγο ή πολύ περισσότερο. Το μοντέλο είναι σχετικά
απλό, όταν το παρακολουθήσεις προσεκτικά.
Κάποιος πληρώνει για να συντηρεί
την Ένωση και την ίδια ώρα κάποιος άλλος εισπράττει. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι
ένα τέλειο παράδειγμα απωλειών. Τα χρήματα που εισέφερε παραδοσιακά, πήγαιναν
σε διάφορα άλλα κράτη-μέλη.
Αν δούμε ιδιαίτερα την περίοδο
1985-1990, το Ηνωμένο Βασίλειο επέτρεπε στην Ελλάδα να δανείζεται περισσότερο
και ταυτόχρονα γίνεται όλο και πιό υδροκέφαλη. Η Κύπρος είναι ένα επίσης τέλειο
παράδειγμα. Εισπράττει Ευρωπαϊκά κονδύλια που μεθοδικά οδηγούνται στις τσέπες
των “ημετέρων”.
Η πρώτη φορά που άκουσα ότι η
Κύπρος είναι ένα πλυντήριο ήταν γυρω στο 2002. Δούλευα τότε με έναν από τους
μεγαλύτερους επενδυτικούς οργανισμούς της Ελλάδας και σε ένα συνέδριο (που ήταν
παράλληλα και ημερίδα εκπαίδευσης) ήμουν παρών σε μια εξαιρετικά διαφωτιστική
συζήτηση. Οι πιό έμπειροι επαγγελματίες του οργανισμού εξηγούσαν στους
υπόλοιπους τί ανέμεναν να συμβεί στην Κύπρο, στα επόμενα χρόνια και για ποιους
ακριβώς λόγους. Αυτό, σημειώνω ξανά, το 2002!
Το πρόβλημα της Ελλάδας και της
Κύπρου ήταν εντελώς διαφορετικά αλλά και παράλληλα εξαιρετικά όμοια.
Η Ελλάδα, για παράδειγμα, παράγει
εξαιρετικά ποιοτικό λάδι και κρασί, έχει ελιές και πορτοκάλια, απίστευτα τυριά
αλλά αποτυγχάνει να τα προωθησει στη διεθνή αγορά με αποτέλεσμα να δίνει το
λάδι στην Ιταλία και μετεπειτα να προωθείται ως ιταλικό, σε πολύ υψηλότερες
τιμές.
Έχει συσσωρευμένα χρέη από το
1821 με εξαιρετικα ψηλά επιτόκια, όμοια της Ιταλίας αλλά η Ιταλία μπορεί
παραδοσιακά να πωλεί τα δικά της προϊόντα σε περισσότερες αγορές αλλά και σε
ψηλότερες τιμές.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η Ελλάδα
να εχει παραδοσιακά πολύ ψηλές τιμές ανα τεμάχιο και φυσικά λιγότερες επιλογές
ίσου ανταγωνισμού τόσο σε σχέση με την Ιταλία όσο και με την Τουρκία.
Στο κομμάτι του τουρισμού
παρατηρούμε ότι για μεγάλα χρονικά διαστήματα η Τουρκία είναι φθηνότερη, ως
τουριστικός προορισμός, επειδή έχει τη δυνατότητα να υποτιμά το εθνικό της
νόμισμα και παράλληλα επειδή έχει μιά πολύ πιό συντηρητική οικονομική πολιτική
όσον αφορά τη φορολογία και τους μισθούς.
Ένας επίσης εξαιρετικός
παραλληλισμός μου μελετώ την τελευταία δεκαετία εστιάζεται μεταξύ Κροατίας και
Σερβίας. Από το 2014 που ξεκίνησα να παρατηρώ αυτές τις δύο χώρες, μπορώ να
αντιληφθώ σε εξαιρετικά μεγάλη λεπτομέρεια πώς η πολιτικές και η δικτύωση της
Κροατίας τη βοηθά να αναπτύσσεται, σε αντίθεση με τη Σερβία που υστερεί.
Η Κύπρος, από τη μεριά της ήταν
μιά περίπου έναν αιώνα αποικία της Αγγλίας, με έντονες συναλλαγές με την
Αγγλία.
Στα πλαίσια της σχέσης αυτής είχε
ένα νόμισμα συνδεδεμένο με τη στερλίνα και οι συναλλαγές της έδειχναν μια υγιή
κατάσταση για αρκετές δεκαετίες.
Μετά την Ανεξαρτησία, η Κυπρος
ήταν ένα νέο κράτος με σχετικά χαμηλό δανεισμό, αλλά εξαιρετικά υψηλά επίπεδα
διαφθορας.
Όσοι ήταν μέλη του στενού πυρήνα
διακυβέρνησης μετέφεραν τα όποια κέρδη στις τσέπες τους, μέσω μισθών, αυξήσεων
και παροχών.
Το 1974, η σχεδόν ολοκληρωτική
καταστροφή της βιομηχανίας και του τουρισμού οδήγησε σε ένα οικονομικό “θαύμα”.
Μεγάλωσα στην περίοδο του
οικονομικού θαύματος επομένως μπορούσα να παρατηρήσω πώς δημιουργήθηκε το
“θαύμα”.
Στην πραγματικότητα όμως δεν είχε
υπάρξει κάποιο οικονομικό “θαύμα”.
Υπήρχε διασύνδεση της κυπριακής
λίρας με την αγγλική που έδειχνε να είναι προς όφελος μας.
Υπήρχε κρατική υποστήριξη στη
ντόπια παραγωγή, μέσα στην περίοδο 1980-1990.
Ωστόσο, όσο προχωρούσε η επόμενη
δεκαετία, μπορούσες εύκολα να αντιληφθείς ότι δημιουργούσε μιά φούσκα.
Οι μισθοί του δημόσιοιυ τομέα
πίεζαν αυτούς του ιδιωτικού.
Αλλά, οι μισθοί του δημοσίου
τομέα αυξάνονταν επειδή το δημόσιο “δανειζόταν” συνεχώς από το ταμείο
κοινωνικών ασφαλίσεων.
Μεχρι το 2001 είχε καταστραφει η
βιομηχανική παραγωγή ως ένα κλασικό μοντέλο Πόνζι.
Η συνεχής αύξηση του μισθολογίου
του δημόσιου τομέα και η εισροή συναλλάγματος έφερνε ακόμα ευφορία. Αλλά
παράλληλα ψήλωνε τους μισθούς των υπόλοιπων κλάδων κάτι που δεν μπορούσε να
συνεχίσει επί μακρόν.
Κάποια στιγμή το μοντέλο έσκασε,
όπως ήταν αναμενόμενο.
Για όσους έχουν τη διάθεση, όσοι
θέλετε και μπορείτε να παραλληλίσετε το οικονομικό μοντέλο της Κύπρου με το
σημερινό μοντέλο της Αγγλίας, θα παρατηρήσετε απίστευτες ομοιότητες.
Η δεκαετία του 2000-2010 ήταν η
πιό ενδιαφέρουσα, αναφορικά με την εξέλιξη της φούσκας και με μετεξέλιξη της σε
κλασικό μοντέλο Πόνζι.
Από το συζήτηση που παρακολούθησα
τότε στην εκπαιδευτική ημερίδα, θεώρησα δεδομένο ότι η λίρα θα υποτιμηθεί
περίπου 40% πριν ενταχθει στο ευρώ.
Η υποτίμηση αυτή φυσικά δεν έγινε
επομένως ήταν αναμενόμενο ότι θα συμβεί κάτι που να διορθώνει το λάθος αυτό, σε
μερικά χρόνια.
Να σημειωθεί εδώ ότι πρίν την
Ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του Ευρώ, έγινε υποτίμηση της δραχμής.
Η υποτίμηση αυτή ήταν παντελώς
λανθασμένη γιατί στηριζόταν σε μια σειρά αλχημειών που έδειχναν ότι η Ελλάδα
ήταν πιό εύρωστη σε σχέση μιε την πραματικότητα. Αυτό το μαθηματικό λάθος
οδήγησε μετά στην απίστευτη κρίση που όλοι μας ζήσαμε, άμεσα ή έμμεσα, με
κάποιο τρόπο.
Όσο προχωρούσαμε προς την μεγέθυνση της φούσκας, τα γεγονότα ξέφυγαν σε
κάθε χώρα που είχε κρυμμένες ανισορροπίες.
Το μεγαλύτερο βάρος της έρευνας μου, στο ξεκίνημά του ήταν κάπως ιδιαίτερο.
Ήταν Νοέμβριος του 2008, όταν η Βασίλισσα της Αγγλίας, σε επίσκεψη της στο London School of Economics, ρώτησε την ακαδημαϊκή κοινότητα γιατί κανένας δεν
είχε αντιληφθεί έγκαιρα την οικονομική κρίση που προηγήθηκε. Αυτή η ερώτηση
που παραμένει μέχρι και σήμερα θέμα συζήτησης σε αρκετές ακαδημαϊκές συζητήσεις
στην Αγγλία, ήταν αυτό που μου έδωσε την ευκαιρία να μπω βαθύτερα στο
αντικείμενο της έρευνας.
Η είδηση μεταδόθηκε παγκοσμίως
και με βρήκε μπροστά στον υπολογιστή μου, σε μια στιγμή που προσπαθούσα να
συνδέσω το παζλ όλων όσων είχαν συμβεί..
(συνεχίζεται..)